Το υπό διαμόρφωση πλαίσιο ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν δεν πρέπει να διαβαστεί ως μια οριστική επίλυση των στρατηγικών αιτιών του πολέμου και της συνολικής αντιπαράθεσης με το Ιράν. Ακόμη και αν υπογραφεί, θα πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να εφαρμοστεί, να επιβιώσει από τις αντιδράσεις του Ισραήλ, να αντέξει στις πιέσεις και να μην εκτροχιαστεί από την κατάσταση στο Λίβανο, το ζήτημα των κυρώσεων και μια σειρά άλλων ακανθωδών ζητημάτων.
Τη δεδομένη χρονική στιγμή, το βασικό ερώτημα που εγείρεται είναι αν ο πόλεμος πέτυχε τους αντικειμενικούς σκοπούς για τους οποίους ξεκίνησε. Οι αρχικοί στόχοι ήταν ιδιαίτερα φιλόδοξοι, αν όχι ουτοπικοί: η ανατροπή του Ιρανικού καθεστώτος, ο σοβαρός περιορισμός ή η καταστροφή του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, η αποδυνάμωση του βαλλιστικού προγράμματος της Τεχεράνης, και ο περιορισμός της περιφερειακής επιρροής του Ιράν.
Αν και η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι αρκετά πολύπλοκη και πολυδιάστατη, είναι ξεκάθαρο ότι το Ισραήλ και οι ΗΠΑ δεν κατάφεραν να πετύχουν τους περισσότερους, αν όχι όλους τους παραπάνω στόχους.
Το Ιράν αναμφίβολα υπέστη σοβαρά πλήγματα. Δεν πρέπει να υποτιμηθεί το στρατιωτικό, οικονομικό και ανθρώπινο κόστος που πλήρωσε. Ωστόσο, το καθεστώς δεν κατέρρευσε, δεν παραδόθηκε και δεν αποδέχθηκε την πλήρη στρατηγική του υποχώρηση. Οι εκκρεμότητες γύρω από το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα παραμένουν.
Το πυραυλικό πρόγραμμα δεν έχει εξαλειφθεί. Το περιφερειακό δίκτυο συμμάχων της Τεχεράνης εξακολουθεί να υπάρχει. Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο: ενώ το Ιράν έχει πληγεί στρατιωτικά, το καθεστώς μπορεί να ισχυριστεί πολιτικά ότι άντεξε την πίεση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ, τους αντιμετώπισε και επιβίωσε.
Αν η Τεχεράνη διατηρήσει μέρος της πυρηνικής της λανθάνουσας ικανότητας, το βαλλιστικό της πρόγραμμα και τους περιφερειακούς της συμμάχους, τότε θα μπορεί να παρουσιάσει την έκβαση του πολέμου όχι ως ήττα, αλλά ως απόδειξη ότι δεν εξαναγκάστηκε σε συνθηκολόγηση.
Αυτό είναι το πραγματικό όριο της στρατιωτικής ισχύος. Παρά το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ απέδειξαν ότι διαθέτουν σαφή αριθμητική, τεχνολογική και καταστρεπτική υπεροχή έναντι του Ιράν, δεν κατάφεραν να αποδείξουν ότι μπορούν να μετατρέψουν αυτή την υπεροχή σε ένα αποφασιστικό, σταθερό πολιτικό αποτέλεσμα.
Η διαφορά ανάμεσα στη στρατιωτική φθορά και στη στρατηγική επιτυχία είναι κρίσιμη. Το πρώτο συνέβη. Το δεύτερο παραμένει ανοιχτό.
Το θέμα των Στενών των Ορμούζ
Υπάρχει και μια πρόσθετη ειρωνεία. Ένα μέρος της άμεσης κρίσης που τώρα επιχειρείται να ελεγχθεί δημιουργήθηκε ή οξύνθηκε από τον ίδιο τον πόλεμο.
Το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, οι πύραυλοι και η περιφερειακή επιρροή της Τεχεράνης προϋπήρχαν. Όμως η κρίση στο Στενό του Ορμούζ, η ανασφάλεια στη ναυσιπλοΐα, η αναστάτωση στις διεθνείς αγορές ενέργειας, η αύξηση του κόστους ασφάλισης και ο φόβος ανεξέλεγκτης περιφερειακής ανάφλεξης εντάθηκαν εξαιτίας της αμερικανοϊσραηλινής στρατιωτικής εκστρατείας. Με αυτή την έννοια, το υπό συζήτηση πλαίσιο δεν διαχειρίζεται μόνο το Ιράν ως προϋπάρχουσα στρατηγική πρόκληση, αλλά και τις συνέπειες της στρατηγικής που επιλέχθηκε απέναντι του.
Το Στενό του Ορμούζ ανέδειξε πόσο γρήγορα ένας περιφερειακός πόλεμος μπορεί να μετατραπεί σε παγκόσμια οικονομική κρίση.
Το Ιράν δεν χρειαζόταν να το κλείσει μόνιμα. Αρκούσε να δείξει ότι μπορεί να το καταστήσει ανασφαλές, ακριβό και απρόβλεπτο. Ακόμη και αν η διέλευση αποκατασταθεί, η κανονικότητα δεν θα επιστρέψει αυτόματα. Οι ναυτιλιακές εταιρείες, οι ασφαλιστές και οι αγορές χρειάζονται χρόνο για να πιστέψουν ότι ο κίνδυνος έχει πραγματικά μειωθεί.
Οι δύο σύμμαχο δεν είχαν την ίδια ανοχή
Ο πόλεμος αυτό ανέδειξε επίσης τα όρια της σχέσης μεταξύ Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ. Οι δύο σύμμαχοι έχουν αλληλεπικαλυπτόμενους στόχους και επιδιώξεις, δεν είχαν όμως την ίδια ανοχή στην προοπτική ενός παρατεταμένου πολέμου για την επίτευξη αυτών. Το Ισραήλ αντιμετωπίζει το Ιράν ως μια μακροπρόθεσμη στρατηγική απειλή και είναι πιο διατεθειμένο να συνεχίσει τη σύγκρουση μέχρι τέλους, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες, από ένα σημείο και μετά, φαίνεται ότι αναζήτησαν τρόπο περιορισμού της εμπλοκής τους, ιδίως όταν η κρίση άρχισε να επηρεάζει την ενέργεια και την παγκόσμια οικονομία.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και ένα αμερικανοϊρανικό πλαίσιο δεν επιλύει αυτομάτως την αντιπαράθεση Ισραήλ και Ιράν. Το Ισραήλ μπορεί να θεωρήσει ότι το πλαίσιο αφήνει την Τεχεράνη με πυρηνική λανθάνουσα ικανότητα, πυραυλικές δυνατότητες, περιφερειακούς συμμάχους και χρόνο ανάκαμψης. Σε αυτή την περίπτωση, μπορεί να συνεχίσει την πίεση με άλλα μέσα: στρατιωτικά πλήγματα, μυστικές επιχειρήσεις, σαμποτάζ, στοχευμένες δολοφονίες ή επιχειρήσεις κατά της Χεζμπολάχ.
Η «ισχύς» του Λιβάνου
Ο Λίβανος είναι το πιο επικίνδυνο πιθανό σημείο για την επιβίωση της συμφωνίας μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν. Η Χεζμπολάχ δεν είναι απλώς μια στρατιωτική-τρομοκρατική οργάνωση. Είναι ενσωματωμένη στην πολιτική και κοινωνική δομή του Λιβάνου. Αν η πίεση προς αυτήν προκαλέσει εσωτερική αποσταθεροποίηση ή εμφυλιακή δυναμική, το Ισραήλ δύσκολα θα παραμείνει αδρανές, ειδικά αν θεωρήσει ότι η Χεζμπολάχ ανασυγκροτείται ή επανατοποθετείται. Μια νέα ισραηλινή επιχείρηση στον Λίβανο θα μπορούσε να προκαλέσει αντίδραση του Ιράν, υπονομεύοντας κάθε προσπάθεια αποκλιμάκωσης και ειρήνευσης στην περιοχή.
Ο Λίβανος, επομένως, δεν είναι ένα δευτερεύον μέτωπο, αλλά κομβικό σημείο που θα κρίνει τη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα αυτής της ειρηνευτικής προσπάθειας.
Δυσάρεστα συμπεράσματα για τα Κράτη του Κόλπου
Τα κράτη του Κόλπου αξιολογώντας τον αντίκτυπο του πολέμου αυτού, θα βρεθούν αντιμέτωπα με δυσάρεστα συμπεράσματα. Οι αμερικανικές βάσεις δεν λειτουργούν μόνο ως ασπίδα, αλλά αποδείχθηκαν δυνητικός στόχος των αντιπάλων των ΗΠΑ. Η αμερικανική παρουσία εξακολουθεί να είναι απαραίτητη για πολλές χώρες της περιοχής, αλλά δεν φαίνεται πλέον να είναι άνευ κόστους. Το ερώτημα για τις μοναρχίες του Κόλπου δεν είναι μόνο αν η Ουάσιγκτον μπορεί να τις προστατεύσει. Είναι και αν η φιλοξενία αμερικανικών στρατιωτικών υποδομών τις εμπλέκει σε πολέμους που όχι μόνο δεν επέλεξαν οι ίδιες, αλλά για τους οποίους ούτε καν ρωτήθηκαν.
Γι’ αυτό θα συνεχίσουν να εξισορροπούν: με τις Ηνωμένες Πολιτείες για ασφάλεια, με την Κίνα για οικονομία, με τη Ρωσία και το Ιράν για περιφερειακή ευελιξία.
Ευρώπη: Ο πιο ηχηρός απόντας
Και εδώ φτάνουμε στην Ευρώπη, ίσως τον πιο ηχηρό απόντα της κρίσης, καθώς μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι άμεσα εκτεθειμένη στις συνέπειες του πολέμου αυτού, παρ’ όλα αυτά, δεν διαδραμάτισε κανέναν ουσιαστικό ρόλο σε αυτόν. Αντέδρασε, σχολίασε, ανησύχησε, μίλησε για κυρώσεις και στήριξε τη διπλωματία. Αλλά οι αποφάσεις ελήφθησαν αλλού, χωρίς καμία συμμετοχή τους.
Αυτή είναι η ευρωπαϊκή αδυναμία σε συμπυκνωμένη μορφή: μέγιστη έκθεση, ελάχιστη επιρροή. Η ΕΕ θέλει να μιλά για στρατηγική αυτονομία, αλλά σε μια κρίση στην ευρύτερη γειτονιά της εμφανίστηκε για ακόμη μια φορά ως ένας ανήμπορος θεατής. Επηρεάζεται από την κρίση, αλλά δεν τη διαμορφώνει. Πληρώνει μέρος του κόστους, αλλά δεν καθορίζει το αποτέλεσμα.
Η απουσία αποφασιστικότητας, ενιαίας στρατηγικής και σκληρής ισχύος δεν είναι απλώς ένα θεωρητικό πρόβλημα. Είναι πρακτική αδυναμία που επαναλαμβάνεται συνεχώς, από την Ουκρανία μέχρι τη Μέση Ανατολή.
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι η Ευρώπη έχει συνηθίσει να μετατρέπει την αδυναμία της σε ρητορική αρετή. Όταν δεν μπορεί να επιβάλει εξελίξεις, μιλά για αξίες. Όταν δεν μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια, μιλά για πολυμέρεια. Όταν δεν μπορεί να δράσει αποφασιστικά, μιλά για διαδικασίες. Όλα αυτά έχουν σημασία, αλλά δεν υποκαθιστούν την ισχύ, τη στρατηγική συνοχή και την πολιτική βούληση. Στη Μέση Ανατολή, όπως και στην Ουκρανία, η ΕΕ ανακαλύπτει ξανά ότι το να έχεις συμφέροντα δεν σημαίνει ότι έχεις και επιρροή.
Το βασικό δίδαγμα του πολέμου είναι ότι η στρατιωτική ισχύς μπορεί να προκαλέσει τεράστια φθορά, αλλά δεν εγγυάται τον έλεγχο του αποτελέσματος μιας σύγκρουσης. Μπορεί να καταστρέψει υποδομές, να πλήξει αντιπάλους και να επιβάλει κόστος. Δεν μπορεί όμως πάντα να μετατρέψει το πεδίο της μάχης σε βιώσιμη πολιτική τάξη. Αυτό είναι το ουσιαστικό μήνυμα της κρίσης: η υπεροχή στην ισχύ δεν αρκεί, όταν ο στρατηγικός στόχος παραμένει ασαφής, ακριβός ή ανέφικτος.
*Ο Δημοσθένης Δ. Δημόπουλος είναι διεθνόλόγος-γεωπολιτικός αναλυτής και Συντονιστής του Τομέα Ρωσίας, Ευρασίας και Νοτιοανατολικής Ευρώπης του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.

4 hours ago
1








Greek (GR) ·
English (US) ·